Ι



"Λαθραία πατώ την ακουστική
τυχαία ανταμώνω τόνους

αυτές οι πατρίδες όλο αλλάζουν πραγματικότητες
να δεις θα χαθώ άλλη μια"

"Μετέωρη θάλασσα"

εκεί στο λιβάδι
κατά πως έγειρε σώμα
αποβραδίς να πεθαίνει
τόσο που αλλάζει ο καιρός

έσταζε λεμόνια
μούσκεψε ως κι η Παναγιά
μέσα στο μισοσκόταδο

τι έμελε μέσα από ομίχλη
να χάσω τα Κήθυρα 
και το χιόνι

Εξ’ αρρήτων

Αυτό θα μείνει
που δίπλωσες τα χέρια
κι ατένιζες παράθυρα
αβάστακτα
ώσπου να σκοτεινιάσει
γυμνός από στόμα
κι ένας γρύλος σου φιλούσε με τα σείστρα
φωνές
εξ αρρήτων

Πέφτεις απ΄το κλαδί και κλαις. Γιατί; Δεν το ‘ξερες πως είσαι φύλλο;
Αργύρης Χιόνης

Τόση ζωή

Πουθενά
έτσι κοιμάται τελευταία
όλο ασύρματη φωνή
νύχτα σε σκάλες

-Αχ πού πήγε τόση ζωή με το προνόμιο της καλημέρας…
-Ότι νομίζεις για να κοιμάσαι καλύτερα

Δρόμος



video

Πας
και βγαίνω πρωί στην πόρτα
βλέμμα μολύβι
θυμάμαι ήρθε με τα δέντρα ο καιρός
ο δρόμος με τον ώμο
έτρεχε
κι έτρεχες
μια προχωρώντας στο λαιμό
μια στην αγάπη

Επι-στολή

Εκείνο
έλεγε τρομαγμένο νύχτα βουνό κι άκρες
όταν μυρίσει ο αέρας
αύριο
[θα ‘χει μια θύελλα δακτύλων]
σε σκανδάλη


τί πάτησες
τί κράτησες
-σίδερο
-πέταλο 
-σιγή
-μόνο

σκόνης παιδί
μαδούσε τις ώρες

[πότε είχε ένα λεπτό δικό του]
απ τη βροχή τού δανείστηκε
μετά
το χώμα ντύθηκε πάχνη
κι έκλαιγε κρυσταλλικά


οι άλλοι
[ένα] γύρω χορτασμένοι αντωνυμίες κι επίθετα


εμείς
-πλήκτρα
-φωνές
-μονόσημες λέξεις 

Τα παιδιά μέσα μας

Να μου λες για τα πουλιά και πως μυρίζουν ύπνο, τα πόδια με τις χαράδρες. Κάπου - κάπου θα κλέβω κλωνάρι αγριελιάς, να σε ονοματίσω από την αρχή. Έφυγε από την θέση του πλευρού το δεύτερο φεγγάρι. Ακούγεται ξυράφι εγερτήριο, πώς ετοιμάστηκε η ώρα για του Πάνα το Λύκαιον. Θήλαζε μικρό φτερό  κι επέστρεφε τα δώρα φιλιά. Κτύπα το τεντωμένο δέρμα σε πλατιά στεφάνη, τα χέρια με τη γύρη θ’ αναμένω. Με χαμόγελο αποστηθίζονται οι μέρες, εκεί απ’ όπου βγαίνει η καρδιά μας. Ν’ ακούς όταν σε λούζω ήλιο περιστέρι του καιρού. Απ’ αύριο λιγοστεύει αναμονή, ψέμα θα στέκει ο άκμονας δρόμος. Σε βλέπω ολημερίς με τα βουνά και τις λέξεις της καμπύλης. Εσύ – εσύ που στα δάκτυλα σου κούρνιαζες την μελωδία της μητρότητας. Να λες... το βάσανο, την αντοχή, τους στόχους, την θλιμμένη αγαπημένη, τα απαγορευτικά, τις λέξεις που δεν πρόλαβες. Εγώ θα σου μιλώ όπως την πρωτογέννητη στιγμή. ''Τα μπαλέτα στους δρόμους. Ο έρωτας στην επόμενη γωνία. Τα σπίτια στα δέντρα. Τα δέντρα στους δρόμους. Η ομορφιά στους δρόμους. Οι επιθυμίες μας στους δρόμους. Η τέχνη παντού. Τα παιδιά μέσα μας''.

Αυτό που λέμε ώρες, ανήσυχα περνούν. Πάλι πονούν τα σπλάχνα.
Νύχτωσε...
Τράβηξα την κουρτίνα μην σε ξαφνιάσει η ωριμότητα του ήλιου ψυχή μου.

4/5/11

Ξύπνιο νερό


Εντός μου Δισκοπότηρο ουρανός
ένα λιμάνι
αναχώρηση τύρβη
χρόνια απόστασης

κατά πως στέκεται βουνό
αντίζηλο αϋπνίας

από χειμώνα η ψυχή
δρόμος της νάρκης
θυμάσαι;
άνοιγε πόδια το καράβι
κι εγώ τ’ αδέξια σ’ ώμους
να προλάβω το ξύπνιο νερό

Σκηνικό ζωής

Να βλέπω στον ορίζοντα να τρέχεις
άτι
με αναμμένα χρώματα

Άνοιξη

Μα πού είσαι εσύ
του ήλιου εποχή

ένα λουλούδι χώμα την ανέσταινε
σαν το σημείο στο κέντρο

Μπορεί να αλλάξει Κεμάλ

video

Μανώλης Ρασούλης - Μπορεί να αλλάξει Κεμάλ

Κάτι λίγο, κάτι τίποτα της Μελίνας

Για να ξεχάσω φύτεψα εφτά Ζέρμπερες , έξι Μαργαρίτες και ένα Αγιόκλιμα. Είναι Φλεβάρης και τον Φλεβάρη δεν φυτεύουν λουλούδια είπε γεμάτη χαρούμενη κακία η ιδιοκτήτρια του φυτώριου. Έλα πάλι τον Μάρτη . Τον Μάρτη κυρία μου θα’ναι αργά. Ύπνος στις τρεις, εγερτήριο στις εφτά , καφές καραβίσιος μία – μία, Αθήνα , εντός , δύο χιλιάδες έντεκα. Αίγυπτος , Λιβύη , Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας τα μάτια του Φλορεντίνο Αρίσα , τα μακριά μαλλιά της Φερμίνα, το πεσμένο της στήθος, 51 χρόνια, 9 μήνες και 4 μέρες μετά. Το τέλος της ταινίας που με βρίσκει με τα πόδια μουδιασμένα στον καναπέ και με μια μισομασημένη μπουκιά άψητου τοστ στο στόμα. Kι ας μου έφτιαξες ένα ολόκληρο πιάτο πατάτες τηγανητές , κι ας είσαι δίπλα μου χωρίς να το ξέρω κι ας φωνάζουν όλα γύρω μας πως χρόνια μετά θα βγάζω κι εγώ την μπλούζα μου μπροστά σου και δεν θα ντρέπομαι για τίποτα συρρικνωμένο πάνω μου, ούτε για την πλάτη μου , ούτε για την ζαρωμένη μου κοιλιά, λίγο ίσως για την συρρικνωμένη μου συνείδηση. Κι αν οι ώμοι μου πονάνε, όταν μου λες παίξε μου κάτι για να κοιμηθώ και δεν μπορώ, θα στο τραγουδάω . Μπορεί και να μου λείπουν δόντια ή να έχω ψεύτικα από εκείνα που σε κάνουν και ψευδίζεις στην προσπάθεια να πεις , αλλά εσύ θα αγαπάς ακόμα κι αυτά και ακόμα θα με ψάχνεις. Γιατί δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα στον κόσμο κάποιος να ψάχνει να σε βρει όταν χάνεσαι , να σε τυλίγει με ένα ζεστό παλτό και να σε γυρίζει πίσω. Μου φτάνεις. Και μου φτάνει που την αγκαλιά που έχω το βράδυ όταν ανεβαίνει ο πυρετός και τρέμω απ’ το κρύο, για κάποιους ανθρώπους την αξίζω. Μήνας ερωτηματικών και σεναρίων . Θα αντέξει το πνευμόνι μου τόσο κάπνισμα ή μετράω μήνες; Θα σταματήσουν οι λέξεις να έχουν δύο νοήματα ένα για κάθε συζητητή ; Nα ξαναμιλήσω αργότερα όταν γνωρίζουμε λιγότερα ο ένας για τον άλλο ή να το διαλύσουμε ήσυχα ήσυχα; Ponstan κι ας βλάπτει τα νεφρά ή πέντε κουτάκια μπύρας; Περιγράφεται ένας άνθρωπος με τρεις λέξεις ; " Που έχεις το μυαλό σου ηλίθια;" o οδηγός από πίσω κορνάρει κι οι μέρες περνούν λες και ζω στις σελίδες κατασκοπικού βίπερ. Πολιτικά παιχνίδια, αθώοι θάνατοι, ελληνικό σόου μπιζ. Κοσμήματα και αξεσουάρ της Τρέμη. "Καλώς ήρθατε στον γνωστό οίκο κοσμημάτων Van Cleef and Arpels. 8.500 το κομμάτι ρε πεινασμένοι κομπλεξικοί" . Το πρωί όλα μυρίζουν αλλιώς. Το πρωί γινόμαστε ατρόμητοι Ινδιάνοι που περιμένουν στην όχθη του ποταμού μέχρι να δουν τα πτώματα των εχθρών τους να περνάνε. Είναι ευκολότερο να κάνουμε πως δεν έχουμε ιδέα. Πως δεν ξετύλιξαν τα δικά μας χέρια εκείνο το γαμημένο χάρτη θησαυρού, πως δεν κλάψαμε κουλουριασμένοι ο ένας στην αγκαλιά του άλλου επειδή δεν σκάψαμε ποτέ να τον βρούμε. Αλλά δεν είναι αυτό που τελικά με στοιχειώνει. Όχι. Ούτε ο δρόμος ούτε ο τρόμος . Μόνο η απόσταση που μας χωρίζει απ’ τη ζωή κι εγώ, που είμαι ο κεντρικός ήρωας της δικής μου, που με μάχομαι, με εκθέτω , με εξυψώνω, με χλευάζω, με διασύρω. Που είναι πολύ αργά για να μεγαλώσω αλλά αν κάποτε τα καταφέρω θα γίνω επαγγελματίας οπλίτης. Επαγγελματίας οπλίτης Μ.Β. Ευπειθώς αναφέρω ότι η αγάπη μου είναι κοπρόσκυλο, αλλά όχι αγέλης κύριε δικοικητά…

Μάτια νομίσματα

Εδώ ήταν και δίπλα που τόλμησα τις ειδήσεις τα γεφύρια το λίγο χρόνο. Έφραξα τον βήχα να μην σε ξυπνά, σκούπισα το χώμα, χώμα όρκων γερόντων, μια χούφτα κελάρια ρέον οίνος γλυκύς. Κόκκινο απροειδοποίητο στόμα σκόρπιο από γλώσσα κι ουρανίσκο, μόνο ουρανό κοιτούσε σύρματα κι ανάμεσα θεός δίχως χέρια. Ένα δακρυσμένο φύλλο όπλισε κατ’ ευθείαν στο λάρυγγα.

''Νύχτα
εγκαύματα
σκοντάφτουν φυλαχτά και ερημώσεις
δεν είχε προφυλάξεις το αιφνίδιο
μάτια νομίσματα ως κλαίνε καταγής
βράχους και δάση...''

Η γεύση της αγάπης

Σάμπως δεν γείραμε κατά το πλευρό σύννεφο
που ‘χε φωλιές και χελιδόνια
κι ως άνοιγε έξαφνα ο βοριάς νερό
ήταν που είχε λιώσει η γεύση της αγάπης

Κύματα

''Από μακριά μοιράζονται βλέμματα
μ’ έρριψε η τύχη κύματα χεριών
και τ’ άλλο πουκάμισο του θέρους
μονάχο''




Το πήραν κι αυτό το ποίημα γεμάτο ομορφιά και νιόβγαλτη ύλη. Κλείσε τα μάτια μωρό μου κι αυτό θα περάσει. Έχω στα μαλλιά σου τυλιγμένο μαξιλάρι ρόδο, έχω εδώ την δύναμή σου σαν ‘ρθεις απ’ τον καιρό και από τις προσταγές. Δεν την κρατούν την αθάνατη ζωή.

Ω! να μου μιλάς και σήμερα και αύριο κάθε ημέρα κάθε νύχτα!

Μου είπε κάποιος με βροχή: ''έχεις δύο φεγγάρια’’ …

Το ένα λέω φωτίζει τη θάλασσα τώρα, σπάει το κύμα και στέλνει τις λέξεις σε μπουκάλι. Με βαραίνει πολύ αυτό το πανωφόρι κι ας είναι άσπρο κύμα και χαρτί. Άνοιξε ένας κόσμος κι εγώ συρμάτινα τον αφουγκράζομαι, δεν τις ακούω τις ανάσες. Απόμεινε μια κορνίζα γέλιο κόντρα στον ήλιο…. Θα έλεγες είναι εραστές… τι εύκολα που ξελογιάζεται ο κόσμος μάτια μου. Στη θέση αυτή θα συναντηθούμε πάλι με τα χέρια ανοιχτά, να μου μιλάς για τον Lorca τον Dalí τον Gaudí. Επάνω μου το ζόρι, σκαρφάλωσε, ούρλιαξε κι ας μείνει η σκοπιά να αντιμετωπίσουμε. Εγώ δεν θα ντρέπομαι για τα φιλιά κι ας λέει ο κόσμος.

-Πού πάς;
-Φεύγω κατά το κύμα
-Καληνύχτα κλείσε τα μάτια μωρό μου κι αυτό θα περάσει.

Όταν μπήκα ήταν σκοτάδι… σαν κάτι… μου πονάει τα σπλάχνα.

Βρέχει…




3/2/11

Παράθυρα εποχής

Λέξεις λείπουν
στο εδώ στο εκεί στο δίπλα ρολόι
βήματα βήμα κτύπος
παράθυρα εποχής γυρτές γρίλιες
πάντα κοιτούν γη
έξω ένας καιρός του καστανά να περιμένει
καθώς επέστρεφα στο νόημα των λεξικών

Πηγή πρώτη


video

Δύναμη που κρατούσε
ψηλά
ως την αγάπη
πηγή πρώτη

εκεί
ενδότερα
ήταν που κούρνιαζα

και να τα χρόνια του χειμώνα

Προσόδιον

Κατοίκησε με τους Τρώες τα βήματα και την απιστία. Τα τείχη της Αντιοχείας είχαν καθρέφτες και συνταγές μάγων. Στην Τροιζήνα οι μύθοι έγειραν στο λεξικό της σοφίτας. Ωραία ονόματα, δολεροί υπολογισμοί, ξίφη και νίκες. Νεκρά μου μάτια εδώ δεν είναι η αρχή της Αχερουσίας, αν δεν έχεις ολόκληρη τη γεύση τι να εμπορευθούν κι μάγοι;
Δίχως πρόσωπο μόνο δυο οπές
                                   [εκρήγνυται πύαρ]
Από εδώ
απομένει στήθος
φωνή κοχλάζει δόρατα
εκείνο το χιμαιρικό χθες
                          [τέτοια απουσία]
όπως μήτε καν κενό
όπως μήτε καν κρύο
όπως κέρινο ομοίωμα
                 [αιωρούμενο κομμένο χέρι]
γυροφέρνει κορόνα γράμματα
μάτια διαδοχική εκροή
ένας σωρός υάλων
                [θραύσματα]
πίσω από ημέρες και νύχτες
κλειστή αυλή
           [Έχοντας αφήσει τις θορυβώδες στέγες
            υπάρχει μόνο το δωμάτιο με το παρθένο χιόνι
            γκάιντες και προσόδιον μια φράση μουσικής]

επιστροφή στη σπουδαιότητα χεριών
οξεία γωνία ρητορική
                [κάποτε κάποιες θαυμάσιες λέξεις 
                 τοποθέτησε ο ποιητής στα χείλη, 
                 όμορφα προφέρονται σαν περιστέρια]

Τα λόγια των ανθρώπων

Κάθε που τρέχει ο επόμενος καιρός
σε τόπο όσο να πεις
μια ανηφόρα λαχανιάζει την παρηγοριά
για τον νοτιά δεν ομιλώ μην αποσύρει τις ευχές
τα λόγια των ανθρώπων

Κεράσια πουλιά


video

Καλημέρα στα παιδιά που έφυγαν, στους καταρράκτες των ματιών, ήταν κι αυτά εκεί.
Μόλις τώρα τ’ άκουσα ν’ ανοίγουν όχθες θάλασσας, τις πόρτες της πόλης, τα αφήνω ζωντανά λίγο πριν ασπρίσω. Κεράσια πουλιά να σκαρφαλώνουν ήχους, λόγια, κλαδιά. Απόμεινε το γέλιο η εικόνα. Ψυχές, κραυγές, φυλακτά με τον κέλτικο κόμπο (αλληλοσύνδεση ζωής). Καθισμένοι απέναντι σε τραγούδια που μας ιδρώνουν, σε γροθιές αγάπης που μας μελανιάζει, στις αντοχές που εξέχουν σαν βροχή, ακυβέρνητες χωρίς σχήμα. Καλημέρα στα γιατί των παιδιών που μας λιώνουν, στον εκμηδενισμένο φόβο τους. Καλημέρα στα παιδιά όταν αιφνιδιάζουν τη ζωή με προφορά που μαστιγώνει.

''Βαθιά ανάσα... μη σκοντάψω στην απόσταση...''

Χαρταετός

video


Χαρταετός: Οδυσσέας Ελύτης
Απαγγελία: Έλλη Λαμπέτη

Όταν



" Όταν αγάπησα τη θάλασσα
με διέταξε να ΄μαι στο κύμα του γιαλού χαλίκι
Τι; Να σκεφτώ να αρνηθώ;
Πού αλλού τέτοια τύχη"


Βζιιουιιουνν




Αυτή τη νύχτα δεν κοιμάμαι βγάζω από πάνω μου τα άδεια δωμάτια, κρεμάω στη φαρμακαποθήκη τα φιλιά, δεν θα’ χω στόμα μονάχα ένα φωτάκι δίχως ήχους και θορύβους. Όταν θα ‘ρθεις θα σφυρίξει εκκωφαντικά, θ’ ανοίξει η φορμόλη τα φιλιά και τα χείλη, θα βάλεις όποιες λέξεις θέλεις στη θέση της γλώσσας, θα καταπιώ εκείνες που σε πονάνε και θ’ απλώσω το ‘’ε’’ της εξημέρωσης στα καινούρια σεντόνια. Θα σου δείξω πως πεθαίνει μια ανάσα και πως ανασταίνεται ουρλιάζοντας. Θα ρουφήξω όλη τη τρικυμία από το λακκάκι του λαιμού σου, θα ξεκλειδώσω έναν – έναν τους σπονδύλους σου για να χωρέσει εκεί όλο το ‘’ω’’ των οκτακοσίων χιλιάδων αριθμών. Κι όταν μεταμορφωθείς σε εισιτήριο απεριόριστης διαδρομής θ’ ανοίξω το παράθυρο με τις πολυσύλλαβες λέξεις, εκείνες που δεν μας αντέχουν γιατί θα μυρίζουμε αλήθειες. Τότε θα γίνουμε αερόστατα, δίχως υποσχέσεις, λόγια, σώματα φοβισμένα, στάσεις, φανάρια, στροφές, ανηφόρες, λίγα λεπτά, αναμονές. Θα κρατάμε μια τεράστια ομπρέλα και θα φοράμε ένα τεράστιο κασκόλ μαζί. Μόνο να χωράμε στη ταχύτητα.

Βζιιουιιουνν