Στριφτό τσιγάρο





Κι άκουσα στους τοίχους, στις πόρτες, στο πάτωμα, στο νερό, στα λακκάκια του λαιμού, εκεί που κουρνιάζει όλη η θάλασσα.
-Πάρε μου την θλίψη από τα μεσημέρια, αυτά που δεν έχουν γλυκό του κουταλιού και μάνες που σκουπίζουν βιαστικά τα χέρια στην ποδιά για να σε αγκαλιάσουν.
Κάποιος είπε:
-Θα πεταχτώ έξω για τσιγάρα.
Δεν γύρισε ποτέ.
Λοιπόν χωρίς να μου ανήκει ούτε ένα όνομα σε αυτό το σπίτι, αφού μάνα δεν έχω, ούτε και πατέρα, σκέφτηκα ότι μπορεί να έχω ημερομηνία, όχι όνομα, μια ημερομηνία ή μπορεί να είμαι η υγρασία στις εκδορές του τοίχου, ναι -ναι αυτού που κάνει ησυχία και απορροφά όλες τις έκτακτες ανάγκες. Διάλειμμα δεν έχει, αφού όνομα δεν έχω ούτε πρωινά. Μόνο ένα στριφτό τσιγάρο.

[Φιλμ Χωρίς Ήρωες]

Θυμάμαι μια σχισμή στο στήθος κι όλο το γέλιο να ξεχειλίζει.

Φοβάσαι; Να μην φοβάσαι τις λέξεις σου, είναι μόνο τα ρούχα σου.

Αύριο θα σε δω πάλι, θα σου αγοράσω ένα βάζο γεμάτο σοκολατάκια με γέμιση κεράσι, θα σε βλέπω να γλύφεις τις άκρες των δακτύλων σου και να ρουφάς εκείνη την σταγόνα cherry που σου ξέφυγε με την άκρη της γλώσσας. Θα μου λες για τα βιβλία που διάβασες και σε άφησαν αδιάφορη για την μια λέξη που σε άφησε ξάγρυπνη, για τις ταινίες του Tarantino με το αίμα να χοροπηδά. Ένα κομμένο χέρι, ένα κομμένο πόδι  το αρπάζεις και χορεύεις στο άκουσμα της μουσικής πάνω στο χιόνι, γλιστράς σαν μικρό φάντασμα κι βγάζεις καπνούς. Ανάμεσα σε φυγή και κάνει κρύο, ένα φλιτζάνι ζεστό καφέ.

Αχνίζουμε τώρα, killed my mind η ουσία της τρυφερότητας είναι εάν πνιγόμαστε να ρουφήξουμε ότι έμεινε από το περίγραμμα των χειλιών, να έχουμε ταυτόχρονη ανάσα βύθισης, ένα καραβάκι ασπρόμαυρο να κουβαλάει όλες μας τις λέξεις να αποθηκεύει όλα μας τα τραγούδια, τα αποκόμματα από τα εισιτήρια των σινεμά, των τραίνων που φεύγουν άδεια.
 
Πώς είναι ο κόσμος χωρίς κόσμο; 
 
[Βαραίνουν οι τσέπες από χάδια που δεν δόθηκαν]

Βλαστός

Τί να σου κάνει και η άνοιξη
κατέβηκε πριν από σένα σε βλαστό
ίσως τρέμοντας από οδύνες γέννας
με τρυφερότητα
γυμνή

Mon Chéri

[Πράξη πρώτη]

Φίλα μου τα μάτια 
ανοιχτά και κλειστά
τα μούτρα
τις πατούσες
το μικρό μου δακτυλάκι
τη χούφτα
το λοβό του αυτιού

[Πράξη δεύτερη]

κι επειδή
έρχεσαι καθημερινά
με εκείνα τα πράσινα
φρέσκα μάτια σου
που με κατοίκησαν
εγώ τουλάχιστον
ανέβηκα 
όλα τα οικοδομικά τετράγωνα 
τις κεραίες 
πήδησα από τις ταράτσες
στα μπαλκόνια
και από εκεί 
σε όλες τις λίμνες των δρόμων
ανέβηκα και τρύπωσα
στο σιρόπι της γλώσσας σου
[Πράξη τρίτη]

κι ήμουν εσύ
ιδρωμένος
και μύριζα άγριο ιδρώτα
Mon Chéri 

Να




Να με αγαπάς λίγο είπε, να με σκέφτεσαι λίγο όταν λείψω για να μην χαθώ από παντού, να διαβάσουμε πάλι και πάλι τις κίτρινες εφημερίδες εκείνες που μυρίζουν νικοτίνη και aftershave, να ψάχνουμε πάλι μαζί πού πάει ο άνθρωπος όταν πεθαίνει, να βουτάω την τσατσάρα στο νερό και να σε χτενίζω, να μου λες ιστορίες για τα στοιχειωμένα πηγάδια, να ανασηκώνομαι στις μύτες των ποδιών για να σου δείξω πως κοντεύω να σε φτάσω στο ύψος, να πατάς στις μύτες των ποδιών σου για να μην με ξυπνήσεις απότομα και τρομάξω,  να τρυπώνω στο μαξιλάρι σου όταν αστράφτει, να με παίρνεις μαζί σου στο κουρείο, να μου λες για τους μικρούς δρόμους και τις  γυναίκες που σε κοιτούν κατάματα όταν σε συναντούν κι αρχίζει η σιωπή να παίζει στα μάτια και στα δάκτυλα, για τους  εραστές  που είναι τόσο κοντά σε αυτό, να σου λέω πολλές λεξούλες  καθημερινές, χαρωπές, ασήμαντες, να φτιάχνουμε μια χώρα που να μην φοβάται, να μην έχει προκαταλήψεις, να είναι γεμάτη πορτοκάλια, λεμόνια και ζαχαρωτά, να αιωρούνται τα πόδια μας σαν μπαλόνια,  να γινόμαστε κόμποι, να φυσάμε δυνατά πίσω από τα παράθυρα, να στέλνουμε φιλιά στους περαστικούς. Φιλιά.

[Ωραία ήταν τα φιλιά]

[Το αλάτι είναι το αθώο άλφα]







Ένας Αύγουστος μας έμεινε
αθώος
με σώματα μικρά
γίνονται

λακκούβες με τα σπλάχνα των χεριών
φύκι και φιλί
μετάλαβες
από Διόνυσο

ή ότι σε λιώνει
γίνεται φωτάκι και σε προσπερνά

έτσι έφυγε η γλώσσα
η λέξη το ξέρει
που ήρθε εντός της
η θάλασσα
σε φίλησε
κάτι
σου καίει το στόμα
το αλάτι
είναι το αθώο
άλφα

μην κλαίς μην κλαίς
κλαδάκι
φύκια είναι τα δάκρυα
φιλιά τα χείλη

κι όλα σου τα ποιήματα
γεμάτα άμμο

[Η χειρότερη εκδοχή είναι να μην βλέπεις την αλήθεια σου]

Είμαστε όσα δεν ειπώθηκαν
τα χάδια που αφήσαμε έξω από την πόρτα
οι πολλές εκδοχές των "ναι" και των "όχι"

[η χειρότερη εκδοχή είναι να μην βλέπεις την αλήθεια σου]

η αγάπη πέφτει επάνω μας όπως το χιόνι
ένα γράμμα, μου έγραψα
και βούλιαξα

Πώς


Κι όλα όλα μου πονούν 
ζωγράφισε μου πως είναι το άδειο

Είδωλο

Τί ξέρεις εσύ
μια αγκαλιά
σκέφτηκα να ξαπλώσω
ύστερα
έχω κουραστεί
από τη θλίψη
τον ύπνο
το θρόισμα των ποδιών στο πάτωμα
το είδωλο στον καθρέφτη
που δεν λυπάται
είναι μόνο
κομμάτια ακινησίας
ένα τόσο δα μπορεί να μου ανήκει

Περισπωμένη

Η περισπωμένη που λείπει και βρέχεται συνεχώς ότι αγαπώ

Το σημείο






Το φεγγάρι είναι στη γέμιση
δεν το ‘χω που γερνώ 

μια ζωντανή ψυχή
σαν δέσμη φεγγαριού
σ’ ένα καράβι
πάνω κάτω ψάχνοντας παντού
όλη μάτια, αστραφτερά λουστραρισμένα, πλάτη κάθετη ασάλευτη,
αυστηρά συγχρονισμένη με το φως και την αναπνοή. Κι αυτή στεκόταν κάτι ανάμεσα σαν καρυάτιδα βαλσαμωμένη με τα χέρια σταυρωμένα και σαν παναγίας προσμονή και η άλλη η κόκκινη ανάμεσα σε σκάλα και κρεμάλα της φώναζε:
Φτιάξε μου ένα πρωινό,  δίχως κηλίδες και γίνε μάρτυρας τρομακτικής ανατίναξης- τρομακτικής ανατίναξης,  από τις δύο άκρες να πιάσεις το καράβι να το τινάξεις καλά -καλά και φρεσκοπλυμένο ανέβασε το πάλι στα κύματα.
Κι η Καρυάτιδα- παναγία στη μέση του πλήθους, έτσι που οι άνθρωποι έκπληκτοι κοιτούσαν πώς επέζησε, ήταν επάνω στο σημείο δίχως τίποτα, όταν ξαφνικά αισθάνθηκε να κινούνται τα χείλη της.
Πιες-πιες-πιες μαζί μου, πιες μαζί μου νερό, εκθέσου σε αυτήν την ηλικία, αν μπορέσουμε -α ν  μ π ο ρ έ σ ο υ μ ε-  να τους παραδώσουμε  αντοχές,  για τ’ άλλα άχρηστοι φανήκαμε, πιες-πιες πιες μαζί μου,  πιες μαζί  μου νερό.
Το διάβαζε συλλαβιστά, αργά, μέσα από μια κορδέλα χαρτιού σούπερ μάρκετ, τόσο μεγάλη που κυλούσε στο πάτωμα.
Φώναξε πάλι η κόκκινη:
Αυτά τα μάτια τα ψιλικατζίδικα, κάθε πρωί έχουν πάντα χειμώνα εκεί, κοιτώντας σαν καταρράκτης. Η Καρυάτιδα άνοιξε το παλτό της, είχε ένα παλτό γεμάτο καρφιτσωμένες αποδείξεις σούπερ μάρκετ, στη φόδρα καρφιτσωμένες, ήταν όλη γεμάτη μπουκάλια νερό μικρά, μεγάλα, μεσαία. Γέμισε μια κοίτη ποταμού και ύστερα μια λίμνη και ύστερα μια θάλασσα και ύστερα πήρε ό,τι υπήρχε από την κόλαση του Δάντη, γέμισε μια λεκάνη και ήπιε νερό.

Άδειο μπουκάλι

Ξενύχτησα πλάι στις μικρές γωνίες
σου στέλνω μια ασπρόμαυρη καρδιά
ένα στουπί
ένα άδειο μπουκάλι
φωτιά 
βενζίνη και χαλίκια
να περπατάς στις μύτες των ποδιών σου
βολίδα ο ήλιος

ερω




Τους μικρούς μου έρωτες μάζεψα – και που η σκέψη της νιότης μου πήρε το νόημα
λείψανα πουλιών κι αρχαίων άστρων – να ψάλλω μια συγχώρεση, τι;
Τί να θωρώ που όλοι κράτησαν μια νύχτα δική τους στην μασχάλη
ανάμεσα στα χέρια τα βουνά και τρέχουν, πού τα χνάρια, κανένα.
Ένας - ένας μου φώναζε θάλασσα, πάει στην άκρη των ματιών μια μπόρα
έτσι πάει ο καιρός, από μάγουλο της νύχτας 
ερω – έρωτας  ερώτησες, πού η αγάπη
ένα θρόισμα στο φως και στην έξοδο, έλειπε, φορτίο αδειάζοντας.
Κι έχω ολάκερη γεμίσει νερό.

[Ψηλά - ψηλά γιατί κρυώνω]

Πέντε



Εκεί που κοντοστάθηκε
να ιδεί
πως είναι τα ευτύχια
και να και θα
θαμπώθηκε όρκους
πέταξε χαρταετός με την πελώρια ουρά
σημάδι
κι όλα τα καμπαναριά ηχούσαν
χρώματα
μπαλόνια
παιδιά αγκαλιασμένοι τρούλοι

όταν και άμα αφού με δεις
ξανά ποτέ
συγχώρα μου
πως κουβαλώ
είδωλο ιδρωμένο
ανεξάλειπτο
φοβάσαι;
μη
εγώ δεν δέντρο άρριζο κι οδυνηρό
φυσώ μόνο νύχτες
κι όταν πάλι νύχτα
γίνομαι ελ ελιά
να κτίσεις νια αγάπη
να μη μιλά κανείς
εσύ μονάχα κι ότι νογάει το νερό 

πέτρα σκληρή
και πως να την ερμήνευα
θάλασσα ίδια αϋπνία
μελλούμενη φιάλη
σα θα φανεί η καθετή ώρα
να σχηματίσω
μια κατάδυση αγάπης
ολόγυμνη θα δικαστώ
από νερό λάλο
ίσως και να φανείς

Κοιμόμουν πάνω στις πορτοκαλιές
φλούδι γεύση
εσάνς μια γη σπίτι
χέρι μου τρίτο
πάλι με φέρνεις
απ 'τον άλλον ουρανό

αλλόφυλα που λες
από μακριά
το δαγκωμένο μήλο έδωσε θεός
ποιός το κρατεί

πίσω κοιμάται ο παράδεισος
αναπαυμένος
οι ελαιώνες
τα εσπεριδοειδή
λίγα σημάδια σπόρων
λαχτάρες των μικρών πουλιών

παίζοντας
όπου δρόμος 
διαβατάρης γείτονας μονάχα
με το ραβδί ανάγνωσης
κάθε πέτρα στάσιμο
φυλλώματα κρυφτό
έτσι φρονούσε η μέρα
κι η άλλη ανάβλυση
να λαχταρά τα καλοκαίρια
τα μαζώματα
και μια σπορά

καταγής ζουμερός καρπός
δυο χέρια άγουρα
μες το νωπό γάλα
ξωπίσω ο εξώστης της συκιάς
κει που φλογίζουν ξωτικά
τους ύπνους
πυκνό δεμάτι
κοιμόμουν έμβρυο ακίνητο
πέντε κατά το χάραμα

Χωρίς ησυχία
αμφίβολο σώμα
γυναίκα σαν ίσκιος

Αυτό είναι όλο

Αύγουστος




artwork : Erin Wilson

Νύχτα  Αυγούστου λίγο μετά
λίγο μετά κάτω από το γιασεμί μέσα στον κήπο
σαν απόψε
κορίτσι με τα ολόισια μαλλιά μετέωρα

ανεβαίνει  στο περιβόλι  η θύμηση μου
τρέχοντας και που ακόμη
ακόμη σαστισμένη να κοιτώ

κι ύστερα κλαίω  που όλοι μου οι άνθρωποι
μάκραιναν σαν γέμισε το φεγγάρι

Δέλτα

Φτιάξε ένα κουτί μια διάλεκτο
ένα δέντρο το δάσος και το δάκτυλο
διάλεξε
ε;

Ενδεχόμενα απογεύματος

  ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ



                                                                             
Έτσι μύριζε το ποίημα
καταγόμενο γη

Στα βιβλιοπωλεία της Αθήνας
Ναυτίλος, Χαρ. Τρικούπη 28
και
Φαρφουλάς, Μαυρομιχάλη 18

ΥΓ
Βασίλη σε ευχαριστώ πολύ που είσαι!!              

Τόσο

Τόσο ανασφαλή είναι η χαρά
που σου ξεφεύγει
απ' τα δόντια και τον θαυμασμό
και κανείς δεν γράφει γι' αυτήν

Κυριακή


 
Γυαλισμένα μάτια, ποτήρια, χαμόγελα, πιρούνια, μια ευτυχία ασημί όπως το παρκαρισμένο αυτοκίνητο στην αυλή. Άντρες, γυναίκες χρόνων... στα νιάτα αριστεροί λέει, μακρύ μαλλί μουσάκι προκηρύξεις διαδηλώσεις μολότοφ, στόχος το κεφάλι, συνθήματα στους τοίχους, νύχτα, να σε τρέχουν ξοπίσω γαβγίσματα και ρόπαλο ξημέρωμα στο κρατητήριο κι οι μάνες περίμεναν στο ανοιχτό παράθυρο ορθοστασία να στείλουν μιαν αγάπη. Από το ανοιχτό παράθυρο πάει καλύτερα η αγάπη στους αγαπημένους. Έτσι ήταν τα χρόνια εκείνα των νιάτων Κυριακή μεσημέρι με το λικέρ και τις αχνιστές πατάτες, κι ύστερα ένα τσιγάρο πριν το μεσημεριανό όνειρο. Τώρα στο δρόμο έκθεση αυτοκινήτων, Κυριακή μεσημέρι στρωμένο τραπέζι λαχανάκια Βρυξελών αφρώδης οίνος οι πάλε ποτέ αριστεροί νεανίες, μεσήλικες λέει προοδευτικοί τί; Σ’ αυτήν την ηλικία θα έπρεπε να ξέρεις τι δεν σε κάνει υπερήφανο. Θα έπρεπε να κλαις για τις προκηρύξεις τις μολότοφ τα συνθήματα τις διαδηλώσεις, για το κλειστό παράθυρο να κλαις. Κρύβεσαι σ’ ένα μπαούλο, άγγιξε τον θάνατο σου τώρα.
 

Αλλού

Αλλού η αθανασία
μόνο στο χαρτί
είναι ο ποιητής ραμμένος

“A very nice place”

Το σπίτι στο χωριό
ένα απλό σπίτι στην άκρη του χωριού
η τουαλέτα ήταν πάντα έξω
στην πλατεία απλωμένα όλα τα ρούχα
πεσμένα καταγής
αγκάλιαζαν τα πόδια τους έτσι τους πρόσταζαν
μετά θα έρθουν τα κορίτσια
χωρίς χέρια
δεν θα κρατούν μολύβια
θα έχουν μόνο ανάσες και δάκτυλα
πάνω τους θα ανεμίζουν πανό και λέξεις
εκκρεμεί αυτή η χώρα

Περνά η διαδήλωση
Ρημάδια, χέρια ρημάδια,  λόγια ρημάδια. Ο χώρος δεν ενδείκνυται  για διαδηλώσεις ο χώρος δεν ενδείκνυται για συναθροίσεις, ο χώρος δεν ενδείκνυται για ανάσες, ο χώρος δεν ενδείκνυται για α ν θ ρ ώ π ο υ ς.
Μα αυτοί εκκαλούσαν όλον τον κόσμο, σ' ένα πολύ ωραίο μέρος. Άπλωσαν όλα τα ονόματα, τα κορμιά, σε σχοινιά, κατάματα τους κοιτούσαν, ασάλευτοι οι κρεμασμένοι, παλιές καδένες  ρολόγια, σκουλαρίκια, τιράντες ,γιλέκα ,μαντιλάκια στο πέτο, μονόκλ, μάτια.  Δεν μπορείς να τους ξεφύγεις, πάντα θα σε κοιτούν. Αυτοί κέρδισαν τον πόλεμο μπορούν να το ξανακάνουν και εσύ απλώνεσαι για να στεγνώσεις το αίμα στον τοίχο. Και μετά παίρνεις μαζί σου το σπίτι με τις κιμωλίες, περπατούσες στις μύτες των ποδιών, ένα δύο τρία, οι Καρυάτιδες δεν θα σε δουν ποτέ ,σ' αυτό το σπίτι στην άκρη του χωριού. Δες τον εαυτόν σου στον καθρέφτη, είσαι η χώρα.
Ακούγομαι; ........

Ταυτότητα




Δεν είμαι λεωφορείο -βροχή-πάτωμα, δεν είμαι εισιτήριο, δεν είμαι ουρανός-νυχτερινό τρένο-λέξη, δεν είμαι επανάσταση - χρόνος- ημέρα- υπερωκεάνιο- ουρλιαχτό- πτώση- θαύμα-πιθανότητα-ανασφάλεια-αιμορραγία-λάβαρο-κύμα-ώθηση , δεν είμαι διαφήμιση-δελτίο καιρού- έκτακτη ανάγκη-ψυχραιμία- καφές-κυριακάτικη βόλτα- χιόνι-τριαντάφυλλο-ψυχιατρείο-ανάμνηση-χάρτινη βαρκούλα-επένδυση-ασφάλεια-φυγή-σχέση-υπερωρία-αϋπνία -χρώμα-βινύλιο-κραυγή-χέρι.Είμαι γυναίκα , που μπορεί να σου πει για τα σφάλματα του είδους μου, τους φόβους των γυναικών, την φλυαρία, την επιθυμία, τις σιωπές διαρκείας, τις εμμονές, τη γυναίκα που αγαπά, που ερωτεύεται, απογοητεύεται, ταλαιπωρεί, ποθεί, ανατρέπει, επιτρέπει, γίνεται ολόκληρη στόμα, έχει ηλίθιες επιθυμίες, ηλίθιες απορίες, ανασφάλειες, φοβάται τα έντομα, δεν φοβάται να γεννήσει, φοβάται τις αστραπές, δεν φοβάται το αίμα.

Αν

Αν ήσουν μια λάμπα 
μια απεργία 
μια αλάνα
η θάλασσα που μεγαλώνει 
θα ξεχύλιζες από τα μάτια μου 
στους δρόμους 
στις κολώνες
στις πολυκατοικίες 
στο άδειο μου τετράδιο 
μελάνι. 

Σε γνωρίζω

Προβολή προγόνων στο πάτωμα. Με κοιτούν ανάσκελοι δένουν έναν μπόγο στον ιστό της σημαίας. Μαριονέτα πατρίδα κλείσε τα μάτια να μην βλέπεις [εσύ- εσύ που δεν καταλαβαίνεις  που δεν καταδέχεσαι] Σε γνωρίζω; Μέτρησε, κάνε δυο βήματα μπροστά, όχι, πίσω-πιο πίσω και κράτησε την αναπνοή σου. Μη-μη κράτησε την ακόμη. Μέτρησε -5-10-15-20-25 Σε γνωρίζω; Κουνήσου, από την μυρωδιά του θανάτου έγινες στόχος, περπατούσε άκρη – άκρη στην Ακρόπολης. Σε γνωρίζω -ματωμένη περπατείς. Ο κόσμος ουρλιάζει- χειροκροτεί, για τους νεκρούς; τους δήμιους; δεν ξεχωρίζεις ποιος με ποιόν, κι ύστερα μπήκανε στην πόλη μου φώναζαν όλοι και εσύ φορούσες φόρεμα αρχοντικό ενώ κερνούσες τόπο.
Σε γνωρίζω; Άνοιξαν τα μάτια χαμηλωμένα, σε εκκρεμότητα ξυπόλητα παιδιά, πλανόδιοι μικροπωλητές πάνω σε ένα κάδο με σκουπίδια.
Σε γνωρίζω -σωριάστηκε το σπίτι σου στις θάλασσες του Ομήρου, πιες – πιες νερό ξέπλυνε την μνήμη σου, το νου. «Σκύβε μπρός στη εξουσία» σου φώναζαν όμορφοι στρατιώτες γυαλισμένοι, περίτεχνα στολισμένοι ξύλα και ερείπια.  Αυτό ήταν μόνο η αρχή και Σσσσσσσς… ο κόσμος ακόμη ουρλιάζει.  Δεν ακούς; Πες του να σωπάσει, εσύ να βρεις ένα λόγο τώρα για αφορμή πολέμου, παιχνίδι; Μέτρα 5-10-15-20-25, Ακούγομαι; Σσσσσσσς… Όλοι οι πρόγονοι κουνούν τα ρουθούνια τους κι οσμίζονται σκουριά, αίμα, λεκέδες, ψείρες κοριούς και ανατίναξη.Έπαρση του μπόγου. Ακίνητοι όλοι. Δεν θα κλείσω καθόλου τα μάτια, αντέχεις; Πέρασε η γιορτή τώρα κι ο κόσμος ακόμη ουρλιάζει, πες του να σωπάσει. Σσσσσσσς… πατρίδα πού; Σε γνωρίζω. Δεν θα επιστρέψω.

Μετά

Είχα μια μέλισσα απεβίωσε μόλις  νύχτα ήρθε, έμεινε τόσο στάσιμη κι  έσταζε. Πώς μπορούν μόνο τα δάκτυλα να κάνουν κύκλους; Αν χρησιμοποιήσεις το χέρι σαν έλικα μπορείς να πετάξεις με αυτό. Σήκωσε το αριστερό σου χέρι μάζεψε τη βροχή, θα σου χρειαστεί μετά.

Ελιά

Όταν και άμα αφού με δεις
ξανά ποτέ
συγχώρα μου
πως κουβαλώ
είδωλο ιδρωμένο
ανεξάλειπτο
φοβάσαι;
μη
εγώ δεν δέντρο άρριζο κι οδυνηρό
φυσώ μόνο νύχτες
κι όταν πάλι νύχτα
γίνομαι ελ ελιά
να κτίσεις νια αγάπη
να μη μιλά κανείς
εσύ μονάχα κι ότι νογάει το νερό 

πέτρα σκληρή
και πως να την ερμήνευα
θάλασσα ίδια αϋπνία
μελλούμενη φιάλη
σα θα φανεί η καθετή ώρα
να σχηματίσω
μια κατάδυση αγάπης
 

Μελοποιημένο «Ολόγραμμα»

 
 
Από την ποιητική συλλογή [Ολόγραμμα]
«Ο έρωτας εδόθηκε στους ευτυχείς»
Μουσική σύνθεση – Ερμηνεία – Ενορχήστρωση: ΓιάννηςΝανόπουλος
Στίχοι: Ελένη Νανοπούλου

Τα δέντρα


Δεν σβήνει η αγάπη με απόγνωση
ούτε από χώμα
έβρεχε και μύριζε δέντρα

Γιαπί



Εσείς στον πόλεμο νικήσατε κι ολόγυρα πατρίδα- εμείς  δεν έχουμε χρόνο-έχουμε όμως εθνική ταυτότητα! Εσείς στο πόλεμο είχατε ψείρες– αυτός είχε λίγες στο μισό μούσι- ο άλλος  πάλι στο αυτί- εμείς δεν έχουμε ψείρες- όχι δεν έχουμε - τις σκοτώνουμε με ασφυξία και μεταλλικό χτενάκι έχουμε όμως κληρονομιά. Εσείς στον πόλεμο είχατε κομμένα πόδια χέρια ένα μάτι- εμείς έχουμε απ’ όλα -  γάζες  γιατρούς δεν είχατε  –κι εμείς δεν έχουμε – εσείς στον πόλεμο είχατε περηφάνια – εμείς από αυτό δεν έχουμε – ότι γίνεται γύρω μας το αγνοούμε και μας αγνοεί. Τίποτα δεν ερεθίζει τα μάτια μας.