Μόλις τώρα τ’ άκουσα ν’ ανοίγουν όχθες θάλασσας, τις πόρτες της πόλης, τα αφήνω ζωντανά λίγο πριν ασπρίσω. Κεράσια πουλιά να σκαρφαλώνουν ήχους, λόγια, κλαδιά. Απόμεινε το γέλιο η εικόνα. Ψυχές, κραυγές, φυλακτά με τον κέλτικο κόμπο (αλληλοσύνδεση ζωής). Καθισμένοι απέναντι σε τραγούδια που μας ιδρώνουν, σε γροθιές αγάπης που μας μελανιάζει, στις αντοχές που εξέχουν σαν βροχή, ακυβέρνητες χωρίς σχήμα. Καλημέρα στα γιατί των παιδιών που μας λιώνουν, στον εκμηδενισμένο φόβο τους. Καλημέρα στα παιδιά όταν αιφνιδιάζουν τη ζωή με προφορά που μαστιγώνει.
''Βαθιά ανάσα... μη σκοντάψω στην απόσταση...''