Μάτια νομίσματα

Εδώ ήταν και δίπλα που τόλμησα τις ειδήσεις τα γεφύρια το λίγο χρόνο. Έφραξα τον βήχα να μην σε ξυπνά, σκούπισα το χώμα, χώμα όρκων γερόντων, μια χούφτα κελάρια ρέον οίνος γλυκύς. Κόκκινο απροειδοποίητο στόμα σκόρπιο από γλώσσα κι ουρανίσκο, μόνο ουρανό κοιτούσε σύρματα κι ανάμεσα θεός δίχως χέρια. Ένα δακρυσμένο φύλλο όπλισε κατ’ ευθείαν στο λάρυγγα.

''Νύχτα
εγκαύματα
σκοντάφτουν φυλαχτά και ερημώσεις
δεν είχε προφυλάξεις το αιφνίδιο
μάτια νομίσματα ως κλαίνε καταγής
βράχους και δάση...''